Ενα ιστολόγιο εξερεύνησης στο χώρο της εναλλακτικής θεραπευτικής


Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2016

Στη Ζωή που Φωτίζει το Δρόμο


Υπάρχουν κάποιες εμπειρίες που δεν φωτογραφίζονται, ακόμα κι από τους ανθρώπους που η μηχανή έχει γίνει το δεύτερο μάτι τους. Πρόκειται για τις ώρες εκείνες που περνάμε έξω από τη "ζώνη άνεσής" μας, και βρίσκονται σ' αυτό που λένε "ζώνη μάθησης". 

Στη ζωή μας κινούμαστε συνήθως στη ζώνη άνεσης, όπου βρισκόμαστε μέσα στις καθημερινές μας συνήθειες και τρόπο ζωής και νιώθουμε ασφαλείς, αλλά λίγο παραέξω βρίσκεται η ζώνη μάθησης - καθότι μέσα στη ζώνη άνεσης όλα είναι δεδομένα και δεν υπάρχει κάτι νέο να μας προκαλέσει την περιέργεια ή το ξεβόλεμα έτσι ώστε να παραχθεί νέα γνώση - και πέρα από εκεί υπάρχει η ζώνη πανικού, όπου βρισκόμαστε τελείως έξω από τα νερά μας και βιώνουμε το μεγάλο τρόμο του αγνώστου. Καθώς μεγαλώνουμε και βιώνουμε νέα πράγματα, οι ζώνες αυτές φυσιολογικά διευρύνονται (καθώς νιώθουμε ασφαλείς με τη νέα γνώση μπαίνει στη ζώνη άνεσης, κτλ), και έτσι γινόμαστε σοφότεροι, ίσως και καλύτεροι άνθρωποι. 

Σε άλλους πάλι τα σύνορα των ζωνών αυτών παγιώνονται, και οτιδήποτε έξω από τη ζώνη άνεσής τους, τους προκαλεί άρνηση και πανικό. Η ζώνη μάθησης γίνεται όλο και λεπτότερη, όλο και σοβαρότερο διακύβευμα για την εξέλιξή τους. Ομως επειδή μιλάμε για βιώματα, για πράγματα που μαθαίνουμε με ολόκληρο το είναι μας και όχι μόνο με το μυαλό μας, η ζώνη μάθησης είναι η πιο σημαντική περιοχή που "επισκεπτόμαστε" στη ζωή μας. Αλλά - μας ξεβολεύει!

Τέτοιες εμπειρίες περιλαμβάνουν σίγουρα τη γέννηση του παιδιού μας, τον πρώτο μας αποχωρισμό από τη γονεϊκή αγκαλιά, τα πρώτα μας βήματα στα δύο πόδια, την επαφή μας με το θάνατο και τη θλίψη, την κοντινή μας επαφή με ένα όν άλλου βιολογικού είδους. Ολες μας ίσως τις πρωτόγνωρες εμπειρίες, αλλά και άλλες πολλές. Είναι οι εμπειρίες που μας πλουτίζουν σαν ανθρώπινα όντα, αλλάζουν την ματιά και την ψυχή μας και νοηματοδοτούν τη ζωή μας αλλιώς.


  • Δεύτερη επίσκεψη στο καμπ, μέρα ηλιόλουστη, και συμφωνούμε να βγούμε όλες μαζί να αναγνωρίσουμε τα βότανα για τα οποία είχαμε μιλήσει στην πρώτη μου επίσκεψη. Οι γυναίκες βγαίνουν από τα σύρματα με χαρά μαθητών σε σχολική εκδρομή. Περιεργάζονται κάθε δέντρο και φυτό στην κατηφοριά, και η νεαρή διερμηνέας κάνει ότι μπορεί μεταφέροντας ερωτήσεις και απαντήσεις, ιδιότητες και ιστορίες. Φτάνουμε στο ποτάμι, και οι σοβαρές νεαρές μεταμορφώνονται σε άτακτες έφηβες, γίνονται τα παιδιά που είναι, και βουτάνε με τις παντελόνες και τις μαντήλες, παίζουν και γελούν με τα νερά και με τη φάτσα μου: η καρδιά μου πετάει κι ας προσπαθώ να κάνω την αυστηρή  οτι και καλά έχω την ευθύνη τους κτλ κτλ. Γυρνώντας πίσω, με τις μικρές να στάζουν από την κορφή ως τα νύχια, μας  καλούν για τσάι και μπισκότα στη σκηνή τους. Καθόμαστε, 3 δυτικές γυναίκες, ανάμεσα στις υπέροχες Αφγανές, πάνω σε ράντζα κάτω από την τέντα που σχηματίζουν 3-4 σκηνές της Υπάτης Αρμοστείας, και περιμένουμε το τσάι. Η μαμά της μίας έφηβης που βράχηκε και άλλων δύο νεαρότερων αστεριών (η 11χρονη ήδη μιλούσε αρκετά ελληνικά μετά από 4 μήνες στην Ελλάδα) είναι καθισμένη ανακούρκουδα και ανακατεύει ένα ευωδιαστό υγρό σε μία κατσαρόλα που βράζει επάνω σε μία φουφού (τύπου rocket stove) από τυροντενεκέ. Τα ξύλα είναι στοιβαγμένα παραδίπλα, σε σειρά μεγέθους. Από την άλλη πλευρά, οριοθετημένος με πέτρες και βραχάκια ένας λιλιπούτειος λαχανόκηπος με δυόσμο, 1-2 λάχανα, και μία ζορισμένη ντοματιά. Το ευωδιαστό υγρό είναι μαρμελάδα δαμάσκηνο (με τα κουκούτσια του μαζί). Οταν έρχεται το τσάι (λίπτον φακελάκι με 3 κουταλιές ζάχαρη), και τα πτι-μπερ, μας βάζει να δοκιμάσουμε λίγο με το κουτάλι που καίει επάνω στο μπισκότο, "να δούμε αν είναι εντάξει". Το πρόσωπό της θυμίζει απόγονη των περήφανων Μογγόλων: αποπνέει δύναμη και αποφασιστικότητα, κάτι το αρχέγονο που επιβάλλει σεβασμό. Κοντά μας κάθεται και η γιαγιά, η μητέρα ή η πεθερά της, καμιά 70αριά χρόνων, και μου κρατάει το χέρι. Το άλλο μου χέρι το τραβάνε κάτι παιδικά χεράκια για να δω τις ζωγραφιές τους. Στη "γειτονιά" αυτή του καμπ είναι μαζεμένες οι οικογένειες και οι γυναίκες χωρίς άντρα, συσπειρωμένες μεταξύ τους για προστασία και αλληλουποστήριξη. Ολες μιλάνε φαρσί και κουρδικά, η γιαγιά μιλάει και τούρκικα και μαθαίνουν ελληνικά. Στην αρχή μιλάμε με τη βοήθεια της διερμηνέως, μετά μιλάμε με τα μάτια, τα χέρια, και το γέλιο.

  • "Σαφάρι" στην Κένυα: ο μικρός μας καταυλισμός φρουρείται από Μαασάι, οι οποίοι τη νύχτα καραδοκούν στα όριά του και μας προστατεύουν από τις ύαινες και τα λιοντάρια (μα κυρίως από την ανοησία μας). Αλλά δεν είναι και πανταχού παρόντες! Ενα βράδυ βγαίνω από τη σκηνή να βρώ την τουαλέτα μέσα στο σκοτάδι, αλλά ξεστρατίζω και βγαίνω στην άκρη ενός ξέφωτου. Είναι γεμάτο πυγολαμπίδες. Ενα "χωραφάκι" κάπου ένα στρέμμα, ολόφωτο από πυκνά κινούμενα φωτάκια. Κρατάω την ανάσα μου. Μέσα στο σχεδόν μισοσκόταδο απέναντί μου νιώθω μία κίνηση, μία κίνηση κάποιου μεγάλου όντος (νόμισα ήταν ο φρουρός). Είχε ελάχιστο φεγγάρι που μάλλον εκείνη τη στιγμή έβγαινε από τα σύννεφα. Δυό μάτια στο ύψος μου, όπως λάμπουν τα μάτια της γάτας από τα φώτα του  αυτοκινήτου, μόνο που αυτό δεν είναι καμιά γατούλα, ναι, είναι λιόνταρος, και μάλλον χρωστάω τη ζωή μου στην ακινησία μου και στο γεγονός οτι ο αέρας φυσούσε έτσι κι όχι αλλιώς, και δεν με μύρισε. Αλλά εκείνη την ώρα ούτε φόβος ούτε κίνδυνος, μόνο δέος: το δέος μπροστά στην ανείπωτη ομορφιά, το δέος μπροστά στο απόλυτο άγριο, το δέος. Δεν ξέρω πόση ώρα έμεινα ακίνητη χωρίς ανάσα, το σίγουρο είναι οτι έφυγα "πολλή ώρα" αφότου έκανε μεταβολή και έφυγε το ζώο. Είναι αυτό το παράξενο μέτρημα του χρόνου που δεν έχει μεγάλη σχέση με τα ρολόγια. Οι πυγολαμπίδες συνέχισαν το χορό τους ανεπηρέαστες. Εκανα χρόνια να συνειδητοποιήσω τι μου είχε συμβεί.

  • Μέσα σε μια παλιά καπναποθήκη του βορρά ένα μικρό χωριό από σπίτια από στρατιωτικές κουβέρτες-παραβάν, ένας λαβύρινθος - στρίβουμε και βρίσκουμε κουβέρτες που ανοίγουν από μέσα, σαν μυστικά περάσματα που επιτρέπονται μόνο οι μυημένοι, βασικά οι μυημένες. "Εξω", στον κεντρικό χώρο της αποθήκης βλέπουν Μίστερ Μπήν με αραβικούς υπότιτλους και συζητάνε για το επικείμενο ματς Ρεάλ-Μπαρσελόνα κάτω από πανύψηλα γκρίζα ταβάνια με φώτα φθορισμού. Μέσα στο λαβύρινθο κουβέρτα ανοίγει κουβέρτα κλείνει, βγάζουμε τα παπούτσια μας και βρισκόμαστε σε ένα δωματιάκι φωτισμένο με κανονική λάμπα χαμηλή και θερμάστρα αλογόνου. Γυναίκες και μωρά καθισμένα σταυροπόδι πάνω σε στρώματα και ράντζα, πλέκουν, ράβουν, μιλάνε, γελάνε. Αλλες με μαντήλα άλλες χωρίς. Ανταλλάσουμε ονόματα. Τη διερμηνέα μας τη λένε Σούσου, είναι 19 χρόνων και θέλει να πάει στην Ευρώπη να σπουδάσει ιατρική. Μία χαρούμενη νεαρή έρχεται με ένα δίσκο (αναποδογυρισμένο καπάκι τεράστιας κατσαρόλας) καφέδες γλυκούς γαλακτερούς, μια που προμηνύεται νυχτέρι. Αγένεια να μην πιείς έστω μία γουλιά. Η νεαρή έχει 4 παιδιά κάτω των 5 ετών, και ανυπομονεί να πάει στον άντρα της στη Γερμανία. Σε κάποια φάση της διαδρομής της χρειάστηκε να περπατήσει 10 ώρες κουβαλώντας τα 3 της μωρά. Αυτές είναι οι αληθινές ανθρώπινες "υπερδυνάμεις". Δείχνουν η μία στην άλλη και σε μας τα φουστάνια και τα νυχτικά που έραψαν, με καμάρι. Μας δείχνουν τα καπέλα, τις τσάντες. Επιτέλους κάνουν κάτι δημιουργικό, βγήκαν από την απραξία, κάνουν κάτι μέσα σ' αυτήν την παράξενη παρένθεση που τους επιφύλασσε η ζωή τους. Γελάνε, παίζουν θέατρο, κοιτιούνται, δακρύζουν. Αποχαιρετούν την εμπνεύστρια και εμψυχώτριά τους που φεύγει για τη δική της χώρα με αγκαλιές και δώρα: μια κουβέρτα, σεντόνια, φαγητά δικά τους που έφτιαξαν μόνες τους (κι ας μην τους επιτρέπεται "για λόγους υγιεινής και ασφάλειας" να μαγειρεύουν στον καταυλισμό). Η γυναικεία αλληλεγγύη στο μεγαλείο της, κι ας παίρνουν αυτές το όνομα του μεγαλύτερού τους γιού ξεχνώντας το δικό τους.
  • Περπατάω πλάι του με γρήγορο βήμα, Παγκράτι-Σύνταγμα μέσα από το Ζάππειο, βραδάκι χειμώνα. Δεν γνωριζόμαστε ιδιαίτερα, μιλάμε στον πληθυντικό περί ανέμων και υδάτων. Με χαϊδεύει η αύρα των δέντρων καθώς περνάμε πλάι στον Εθνικό Κήπο. Μια ξαφνική παρόρμηση να αγκαλιάσω αυτό τον άγνωστο σχεδόν άνθρωπο την παραβλέπω, γιατί "τι θα σκεφτεί" και "πώς θα το πάρει" και έτσι κι αλλιώς δεν την καταλαβαίνω ούτε εγώ. Βγαίνοντας στην Αμαλίας έχω μία εντονότατη αίσθηση οτι κάτι αλλιώτικο περπατάει πλάι μου, κάτι μη ανθρώπινο, κάτι που για ευκολία συνενόησης μπορείς να πεις και "αγγελικό". Περπατάει αριστερά μου και του ρίχνω κλεφτές ματιές για να σιγουρευτώ οτι λειτουργούν κάποιες έστω από τις γνωστές μου 5 αισθήσεις. Για λίγο, μέχρι να φτάσουμε στο Σύνταγμα, δεν μιλάμε: ήταν η πιο γλυκειά , βαθειά, και άνετη σιωπή που έχω ζήσει σε όλη μου τη ζωή, χωρίς ίχνος κενού ή αμηχανίας. Η πρώτη αληθινή σιωπή ανάμεσα σε μένα και σ' ένα άλλο ανθρώπινο όν. Πέρασαν μήνες για να αρχίσω να καταλαβαίνω τι ήθελε να μου πει αυτή η εμπειρία.
Δεν καταλαβαίνουμε όλα όσα μας συμβαίνουν. Και κάθε προσπάθεια να τα εξηγήσουμε, από ανασφάλεια κι ανυπομονησία "να κατανοήσουμε", μικραίνει μέσα μας τα πράγματα και απομακρύνει τη στιγμή της αληθινής κατανόησης. Μάθαμε να βιαζόμαστε να κατακτήσουμε τη γνώση κι όλο στενεύουμε το χώρο εντός μας που θα μπορούσε να φιλοξενήσει το δέος, τη θλίψη, τη σιωπή, την αγάπη. Η ζωή φωτίζει το δρόμο μας με τα δικά της φώτα, στο δικό της χρόνο, με τους δικούς της τρόπους.








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου